Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου

ΟΣΔΕΛ

Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, του Γιώργου Χουλιάρα

Η θέση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, η προσβασιμότητά της από ξένους αναγνώστες και εξωστρεφείς κατευθύνσεις και εμπόδια, όπου προσκρούει η διάδοση έργων που γράφονται στα ελληνικά, συνιστούν κρίσιμο ζήτημα όχι μόνο για όσους εμπλέκονται, όχι μόνο για συγγραφείς με την εύλογη φιλοδοξία να διαβαστεί η δουλειά τους, όχι μόνο για Έλληνες και ξένους δημιουργούς – όπως είναι οι μεταφραστές – με την εύλογη φιλοδοξία να διαδοθούν οι προσπάθειές τους, αλλά για όλους εκείνους που προβληματίζονται για τη θέση των ελληνικών γραμμάτων και της Ελλάδας στο σύγχρονο πολιτιστικό γίγνεσθαι.

Υπάρχουν ιδιαίτερες εμπειρίες τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Έχοντας ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στη Νέα Υόρκη, έχοντας διδάξει σε αμερικανικά πανεπιστήμια και αφιερώσει χρόνο σε εκδόσεις ελληνικών και αγγλόγλωσσων λογοτεχνικών και επιστημονικών περιοδικών και βιβλίων και έχοντας απασχοληθεί με την προβολή της λογοτεχνίας και του πολιτισμού από θέσεις Συμβούλου Επικοινωνίας ελληνικών Πρεσβειών και συνεργάτη διεθνών πολιτιστικών φορέων, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν θα μπορούσαν να έχουν τον τίτλο: Στο ράφι της λογοτεχνίας ή η λογοτεχνία στο ράφι; Με άλλα λόγια, καταφέρνει η ελληνική λογοτεχνία να βρει μια θέση στα ράφια ξένων βιβλιοπωλείων ή παραμένει «στο ράφι», κατά την παροιμιώδη φράση που παρωδεί άλλες εποχές, όπου όμως ανήκει το μιξοπάρθενο παρελθόν της νεοελληνικής γραμματείας;

Το ερώτημα επιχειρεί να συμπυκνώσει τη διάσταση μεταξύ επιθυμίας και πραγματικότητας, που αποτελεί κοινή διαπίστωση. Έλληνες και ξένοι που ασχολούνται με τα ελληνικά γράμματα εκτιμούν ότι στον διεθνή καταμερισμό αξίζει καλύτερη θέση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, σύμφωνα με τους τρόπους και τις ποιότητες που τη χαρακτηρίζουν. Πρόκειται όμως για επιθυμία που ως πραγματικότητα δεν υφίσταται. Η πραγματικότητα αφίσταται της επιθυμίας, με αποτέλεσμα η λογοτεχνία αυτή να μένει μακριά από αναγνώστες που δεν γνωρίζουν ελληνικά. Εκείνο που χρειάζεται να συγκρατηθεί είναι ότι παραδοχές που περικλείονται σε παρόμοιες διατυπώσεις καθιστούν αναπάντητες τις ερωτήσεις για το τι φταίει και τι μπορεί να γίνει χωρίς συνεκτίμηση γενικότερων εξελίξεων σε μια συγκριτική προοπτική.

Μια διερεύνηση της θέσης της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό χρειάζεται να πάρει υπόψη της προβληματισμούς για τη θέση της λογοτεχνίας γενικά. Διαβάζεται σήμερα περισσότερη ή λιγότερη λογοτεχνία, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, καθώς η απήχηση των βιβλίων στη χώρα όπου εκδίδονται επηρεάζει την πορεία τους στο εξωτερικό; Επικρατούν συνθήκες φιλαναγνωσίας ή, ας επαναλάβω τη λέξη, εχθραναγνωσίας; Κάθε συρρίκνωση συνεπάγεται ότι η ελληνική λογοτεχνία διεκδικεί τμήμα σε μερίδιο που μειώνεται. Πρόκειται για συζητήσεις που συνδέονται, χωρίς να ταυτίζονται, με συζητήσεις για τις συνέπειες της ηλεκτρονικής εποχής στο βιβλίο και την ανάγνωση. Πρόκειται για συνέπειες που διαφέρουν σε διαφορετικές χώρες, με το ηλεκτρονικό βιβλίο στην Ελλάδα, φερ’ ειπείν, να έχει περιορισμένη συμμετοχή, κρίνοντας από το ενδιαφέρον των εκδοτών.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο των μεταφράσεων γενικά και το μερίδιο των λογοτεχνικών μεταφράσεων ειδικότερα στην εκδοτική παραγωγή μιας χώρας και γλώσσας. Λόγου χάριν, σε ποσοστό της τάξεως μόλις του 3% υπολογίζονται οι μεταφράσεις από άλλες γλώσσες, καταρχάς γαλλικά, στο σύνολο των εκδόσεων στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, έστω και αν μεταφράσεις αντιστοιχούσαν σε ένα 13% στον κατάλογο των 100 πιο αξιοπρόσεκτων βιβλίων το 2015 της εφημερίδας The New York Times. ΗΠΑ και Εσθονία εκδίδουν σχεδόν ισάριθμες μεταφράσεις. Σε αυτό το 3% μεταφράσεων από άλλες γλώσσες στην αγγλόσφαιρα, ούτε 1% δεν αποτελούν οι λογοτεχνικές μεταφράσεις – κυρίως πεζογραφίας, καθώς κατ’ εξοχήν σε περιοδικά διαβάζεται η ποίηση που μεταφράζεται, παρά τον εύλογο ναρκισσισμό των δημιουργών να δουν τη δουλειά της τυπωμένη σε βιβλία.

Πρόκειται για γεγονός που αποτυπώνει μια διεθνή πολιτισμική ασυμμετρία, αντίστοιχη της ασυμμετρίας των γεωπολιτικών σχέσεων. Όπως κοινή γλώσσα ήταν κάποτε τα ελληνικά, lingua franca σήμερα είναι τα αγγλικά, ενώ οι λιγότερες συγκριτικά μεταφράσεις προς τα αγγλικά συνεχίζουν εντούτοις να προσδιορίζουν έναν διεθνή κανόνα της λογοτεχνίας, όπου με δυσκολία εντάσσονται λογοτεχνικά κείμενα από γλώσσες και περιοχές με μικρή πρόσβαση στη διεθνή εκδοτική αγορά. Το να τοποθετηθεί ελληνική λογοτεχνία σε μετάφραση στα ράφια ξένων βιβλιοπωλείων είναι δύσκολο, όπως δύσκολο είναι να τοποθετηθεί ελληνικό λάδι, κρασί ή άλλα επίλεκτα προϊόντα στα ράφια ξένων υπεραγορών, όσο και αν η σύγκριση κινητοποιεί τα ευερέθιστα αντανακλαστικά δημιουργών.

Πρόκειται για εμπόδια που δεν μπορούν να υπερπηδηθούν μέσω αυτόνομων εκδόσεων, π.χ., μέσω εκδόσεων στα αγγλικά και άλλες γλώσσες από Έλληνες εκδότες ή άλλους φορείς, καθώς δεν έχουν πρόσβαση στο ξένο σύστημα διανομής βιβλίων και αυτού του τύπου εκδοτικές πρωτοβουλίες έχουν την τύχη αυτο-εκδόσεων που δεν φτάνουν σε αναγνώστες, που δεν τις βρίσκουν σε τρισδιάστατα ή ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Η εμπλοκή δεν σημειώνεται στο πεδίο της παραγωγής μιας έκδοσης, αλλά στο πεδίο της κυκλοφορίας. Γι’ αυτό πιο αποτελεσματική φαίνεται η στήριξη μεταφράσεων και εκδόσεων από καθιερωμένους εκδοτικούς οίκους στην εκάστοτε χώρα υποδοχής.

Θα πρόσθετα ότι όλοι λίγο πολύ είναι γνωστοί στο χωριό τους. Η διαφορά είναι ότι κάποιοι είναι γνωστοί στο παγκόσμιο χωριό, εκείνο που συγκροτείται από ασύμμετρες σχέσεις ισχύος. Αυτοί γίνονται γνωστοί παντού. Δεν τίθεται θέμα ποιότητας, καθώς οι υποψήφιοι ηθοποιοί για έναν καλό ρόλο είναι περισσότεροι από τους καλούς ρόλους. Αυτός είναι βασικός λόγος που εξωλογοτεχνικοί παράγοντες επηρεάζουν τη διάδοση της λογοτεχνίας. Ευκαιρίες για διεθνή καθιέρωση έργων και δημιουργών πολλαπλασιάζονται όταν η χώρα ή το περιβάλλον τους απασχολούν τη διεθνή επικαιρότητα. Στο πνεύμα αυτό άλλωστε είχα πει παλαιότερα ότι η ιδανική σχέση συγγραφέα με κράτος και κοινωνία είναι να διώκεται ανεπιτυχώς.

Οι προσεγγίσεις στις οποίες αναφέρομαι ισχύουν σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο για την ελληνική περίπτωση, αλλά και για άλλες λογοτεχνίες που γράφονται σε γλώσσες με περιορισμένο αριθμό αναγνωστών. Στοιχείο που σταθερά χρειάζεται να αναδεικνύεται παραμένει η σημασία των μεταφραστών. Η λογοτεχνία είναι μια επαρχιακή υπόθεση, καθώς κάθε γλώσσα είναι μια επαρχία στην παγκόσμια Βαβέλ του λόγου. Δεν υφίσταται παγκόσμια λογοτεχνία χωρίς μετάφραση.

Υπάρχει κάτι επιπλέον βέβαια στην περίπτωση της Ελλάδας, με όνομα που συνιστά ισχυρότατη επωνυμία (brand name), στον βαθμό που έχει παίξει τον ρόλο μιας αρχής στη φαντασιακή θέσπιση της Ευρώπης και του Δυτικού πολιτισμού. Δεν θα αναφερθώ στην αμφίθυμη πολλαπλότητα, από προγονοπληξία έως προγονοκτονία, των αντιδράσεων των Ελλήνων στην εξέλιξη αυτή, που τους καθιστά υποδειγματικού ενδιαφέροντος για τη μελέτη του πολιτισμού, ο οποίος αρθρώνεται γύρω από τη σχέση που μελλοντοστραφή όντα έχουν με το παρελθόν. Χρειάζεται όμως να υπενθυμιστούν συγκεκριμένες επιπτώσεις για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Στα ράφια του μυαλού ενός ξένου αναγνώστη, ακόμη και αν ποτέ δεν τους έχει διαβάσει, σημαντικό χώρο καταλαμβάνουν αρχαίοι συγγραφείς, από τον Όμηρο, τη Σαπφώ και τους τραγικούς έως τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και άλλους. Στα ράφια αυτά, όπου ο μεσαιωνικός ή βυζαντινός ελληνισμός δεν εκπροσωπείται, υπάρχει ένας νεότερος με ασφαλή θέση στον παγκόσμιο κανόνα, που είναι ο Καβάφης, ενώ η θέση ακόμη και του Καζαντζάκη παραμένει επισφαλής, όπως και των διεθνώς βραβευμένων. Από τη σκοπιά ενός παγκόσμιου καταμερισμού, φαίνονται αρκετές οι θέσεις που ήδη καταλαμβάνουν οι Έλληνες.

Επομένως, αποτελεί παρήγορο γεγονός η κινητικότητα, με αφορμή εν μέρει μια μακρόχρονη κρίση, από πλευράς μεταφράσεων λογοτεχνικών κειμένων και βιβλίων που γράφονται στα ελληνικά, κερδίζοντας κάποτε ξένες διακρίσεις, χωρίς αυτό ωστόσο να δικαιολογεί αβελτηρία, απερισκεψία ή σπασμωδικότητα κινήσεων και την εναπόθεση θετικών εξελίξεων σε προσωπικές πρωτοβουλίες.

Η διαπίστωση συμπτωμάτων απέχει από ολοκληρωμένη διάγνωση και προτάσεις θεραπείας. Η διαπίστωση ότι η θέση της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό δεν είναι εκείνη που θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι δεν αρκεί για να διαπιστωθεί «τις πταίει». Τρεις είναι οι στερεότυπες απαντήσεις: α) το κράτος ή γενικά δημόσιοι φορείς, β) οι ιδιώτες σε διάφορες εκδοχές τους ως φορείς του ιδιωτικού τομέα ή της κοινωνίας των πολιτών και γ) οι ίδιοι οι δημιουργοί.

Πτυχές αλήθειας ενυπάρχουν σε όλα αυτά, που ωστόσο φαίνονται ανεπαρκή αν από τον προβληματισμό αποκλειστούν διεθνείς διαστάσεις του ζητήματος, με συνέπεια απώλεια πόρων και προσπαθειών χωρίς αποτελέσματα. Ασφαλώς χρειάζεται δημόσιος στρατηγικός σχεδιασμός. Ασφαλώς χρειάζεται συντονισμένη σύμπραξη με ιδιωτικούς όπως και μη κερδοσκοπικούς φορείς. Ασφαλώς χρειάζεται διαρκής διαβούλευση με δημιουργούς και άλλους συντελεστές. Ασφαλώς χρειάζονται μετρήσιμοι στόχοι.

Δεν μπορεί όμως να λείψει το πάθος που χαρακτηρίζει την εμπλοκή με τη δημιουργία. Χωρίς το πάθος των λέξεων, ποιος λογικός άνθρωπος θα επέλεγε να γίνει συγγραφέας; Αντιστρόφως, το γεγονός ότι ο κόπος της δημιουργίας είναι η ανταμοιβή της δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται να μην είναι αυτονόητα τα πνευματικά δικαιώματα. Θα προχωρούσα παραπέρα λέγοντας ότι είναι ώριμο το αίτημα για κίνητρα, φορολογικά και άλλα, για Έλληνες συγγραφείς, όπως και ξένους, που αποδεδειγμένα μπορούν και θέλουν να γράψουν, που μπορούν και θέλουν να μεταφράσουν, στην Ελλάδα, για την Ελλάδα.

* Από χαιρετισμό σε ημερίδα του περιοδικού Literature.gr, με θέμα «Το παρόν και το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό», στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Αθήνα 2018 - Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου» του δήμου Αθηναίων. Καθώς η ημερίδα συνέπεσε με τη διεθνή Ημέρα της Γυναίκας (8.3.19), ο χαιρετισμός ξεκίνησε με την υπενθύμιση ότι «χωρίς γυναίκες, χωρίς γυναίκες-συγγραφείς και χωρίς γυναίκες-αναγνώστες, δεν θα υπήρχε λογοτεχνία».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο blog Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής στις 17/3/2019.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2019/03/blog-post_99.html

Ο Γιώργος Χουλιάρας είναι ποιητής και πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος του ΔΣ του ΟΣΔΕΛ από το 2015 έως το 2017.